Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Χρήση όπλων από αστυνομικούς - Γ' Μέρος, του Νικολάου Αθ. Μπλάνη



Ο κ. Μπλάνης διατηρώντας το θάρρος της γνώμης και της υπογραφής του μας έστειλε το τρίτο μέρος του άρθρου του, το οποίο σας παραθέτουμε.

Μέρος Γ΄. Νομολογία Ελληνικών Δικαστηρίων και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου.

Περιπτώσεις από τη Νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων.

Βούλευμα 167/1991 Συμβουλίου Πλημ/κών Σερρών.

Παρατίθεται  το ανωτέρω Βούλευμα  που αφορά την άμυνα και είναι εναρμονισμένο με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Σ. και 139 Κ.Π.Δ., διότι περιέχει με σαφήνεια τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καθώς επίσης και τις σχετικές σκέψεις, επικουρούμενες από επιστημονικές απόψεις,  που δικαιολογούν την κατάληξή του. Για την πληρότητα  της τελειωτικής κρίσης–απόφασης του σχετικού βουλεύματος οπωσδήποτε συνετέλεσε και η εξυπαρχής επισήμανση  στην εισαγγελική πρόταση της φύσεως της άμυνας και τη δικαιολογητικής της βάσεως.  Από εκεί και πέρα η επιχειρηθείσα ανάλυση των όρων του άρθρου 22 Π.Κ. είναι ευστοχότατη, αφού πέραν των άλλων και την επιστημονική, συναγόμενη από τη διάταξη αυτή, ερμηνεία ακολουθεί, αλλά και σε νομολογιακά δεδομένα στηρίζεται.

" ….  Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 Π.Κ. δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. ΄Αμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου, στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί, τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση, που στρέφεται  εναντίον τους.  Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις. Η άμυνα είναι το παραχωρημένο στα φυσικά πρόσωπα δικαίωμα της κρατικής εξουσίας για την απόκρουση της προσβολής εννόμων αγαθών και την αποτροπή της διαταράξεως της ειρηνεύσεώς τους μέσα στον κοινωνικό χώρο.  Η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του ατόμου και μάλιστα δικαίωμα αυτοτελές, ίδιο και δημόσιο.  Εκείνο το οποίο κύρια ερευνάται είναι το αναγκαίο μέτρο της, πέρα από το οποίο υπάρχει υπέρβασή της.  Ενδεικτικά κριτήρια είναι ο βαθμός του επικινδύνου της επιθέσεως, το είδος της απειλούμενης βλάβης, ο τρόπος της επιθέσεως, η έντασή της και άλλες περιστάσεις. Πρέπει να τονισθεί πως στην περίπτωση της άμυνας δε γίνεται αντιστάθμιση των εννόμων αγαθών, που συγκρούονται και προσβάλλονται τόσο από την άδικη επίθεση όσο και από την άμυνα.  Δε γίνεται αξιολόγηση των εννόμων αγαθών, όπως συμβαίνει στην κατάσταση ανάγκης, ώστε να απαιτείται αναλογία ανάμεσα στο έννομο αγαθό που κινδυνεύει με την επίθεση και στο έννομο αγαθό που προσβάλλεται με την άμυνα.  ΄Ετσι, στην άμυνα μπορεί να προσβληθεί έννομο αγαθό του επιτιθέμενου υπέρτερο από το αγαθό που κινδύνευσε με την επίθεση, αρκεί να μην  υπάρχει απαράδεκτη δυσαναλογία (Π.Κ. 22, παρ. 3).  Εκείνο το οποίο μετρά  στην υπέρβαση (Π.Κ. 23), δεν είναι η τελική βλάβη ή διακινδύνευση των αγαθών του επιτιθέμενου, αλλά ο τρόπος της άμυνας, η έντασή της, ή με άλλα λόγια η παραδοχή του ορθού μέτρου ενός αναγνωρισμένου μέσου (προσβολή) για ένα αναγνωρισμένο σκοπό (υπεράσπιση). Στην υπέρβαση της άμυνας κρίνεται η ενέργεια του αμυνόμενου και όχι το τυχόν αποτέλεσμά της. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα στοιχεία που ενδεικτικά αναφέρει η διάταξη του Π.Κ. 22 παρ. 3, αλλά και από τις λοιπές περιστάσεις. Με αυτά τα νομικά δεδομένα και σύμφωνα με τα περιστατικά, ο Αστυφύλακας Χ.Σ. αντιτάσσοντας άμυνα κατά της άδικης επίθεσης του Π.Χ., αναμφισβήτητα δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της άμυνας, αφού αρχικά μεταχειρίσθηκε απλά μέτρα εκφοβισμού (πυροβολισμοί στον αέρα), στην συνέχεια ηπιώτερα μέτρα προσβολής (απλή σωματική βλάβη με τραυματισμό στα πόδια) και τέλος πυροβολισμό στην κοιλιακή χώρα, ο οποίος επέφερε μεν την επικίνδυνη σωματική βλάβη του Π.Χ., αλλά υπήρξε αποτελεσματικός, αφού με αυτόν αποκρούστηκε η άδικη επίθεση που δεχόταν.  Ο Χ.Σ. μάλιστα δε θα υπερέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια αμύνης, ακόμη κι αν πυροβολούσε τον Π.Χ. στο κεφάλι ή στην καρδιά και τον εφόνευε, δεδομένου ότι είχε εξαντλήσει όλα τα ηπιώτερα μέσα και δεν απέδωσαν, του έμενε δε μόνο μία σφαίρα και αν αστοχούσε ή τον πυροβολούσε σε άλλο μη ζωτικό  σημείο, δεν θα του απέμενε κανένα μέσο άμυνας και ήταν εξαιρετικά πιθανή η θανάτωσή του ή ο βαρύς τραυματισμός του από την άδικη επίθεση του Π.Χ.

Επίσης, δεν επηρεάζει καθόλου την άμυνα, την οποία αντέταξε ο Χ.Σ., το γεγονός ότι ο Π.Χ. είναι ακαταλόγιστος, διότι το γεγονός του καταλογισμού της επιθέσεως είναι απολύτως αδιάφορο, όπως επίσης και ο αξιόποινος χαρακτήρας της επιθέσεως, η οποία δικαιολογεί την άμυνα.  Αίρεται, λοιπόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων του Αστυφύλακα Χ.Σ., και μη υπάρχοντος έτσι του απαραίτητου αυτού στοιχείου του εγκλήματος, πρέπει να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του, σύμφωνα με τα άρθρα 309, παρ. 1α  και 310, παρ. 1 Κ.Π.Δ. " .

Συμβούλιο Α.Π. 1235/1995 (Βλέπ. Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 365 επόμ.).

Είναι ορθή και αιτιολογημένη η απαλλαγή για ανθρωποκτονία με πρόθεση, του κατηγορουμένου αστυνομικού, ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε τρίτον, ο οποίος μόλις είχε πυροβολήσει κατά συναδέλφων του, αμυνόμενος υπέρ αυτών. Το γεγονός ότι ο παθών μετά τους πυροβολισμούς εστράφη προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία είχε πυροβολήσει, δεν αίρει το γεγονός της επίθεσης, δεδομένου ότι αυτός είχε πυροβολήσει και προηγουμένως κατά αστυνομικών και συνέχιζε να κρατάει σε κάθε χέρι του ένα πυροβόλο όπλο, το ένα από τα οποία ήταν προτεταμένο σε κατάσταση σκοπεύσεως. Η εντολή των προϊσταμένων του κατηγορουμένου να αποφευχθεί η χρήση όπλων και να γίνει προσπάθεια σύλληψης των παρόντων, δεν αποκλείει την απόκρουση της επιθέσεως, διότι το δικαίωμα άμυνας δεν μπορεί να καταργηθεί από τις εντολές οποιουδήποτε.

Η αντίθετη Εισαγγελική πρόταση του Α.Σταθόπουλου (Αριθμός 1240/1994 σε Συμβούλιο) έχει ως εξής :

Το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά δικαστική κρίση του, δέχθηκε αιτιολογημένα ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν τελούσε σε κατάσταση αμύνης, διότι επυροβόλησε και σκότωσε τον Μ.Π., όταν αυτός αποχωρούσε και είχε οριστικά παύσει την ένοπλη επίθεσή του κατά των αστυνομικών, δηλαδή δέχθηκε ότι δεν υπήρχε παρούσα επίθεση, αποκρουστέα κατά τον ανθρωποκτόνο πυροβολισμό, γιατί το θύμα, μετά τον τραυματισμό του από τους αστυνομικούς Α.Μ. και Ι.Α. και πριν να πληγεί από την θανατηφόρο βολή", πραγματοποίησε στροφή προς αριστερά, κλονιζόμενος προφανώς για να αποχωρήσει …… και ήδη ήταν έτοιμος να καταρρεύσει …… είχε εγκαταλείψει το άκρο του εξώστη της οικίας Κ., προχωρούσε δε κλονιζόμενος από τα τραύματά του στο εσωτερικό του εξώστη".

 ΄Ετσι με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, καταλήγει στο σαφές ανέλεγκτο συμπέρασμά του ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της άμυνας, μετά την περάτωση της επιθέσεως".  Η διατυπούμενη στην αναίρεση άποψη πως η λήξασα επίθεση του θύματος επρόκειτο να επαναληφθεί αντίκειται στην ανέλεγκτη και αιτιολογημένη ουσιαστική δικαστική κρίση, κατά την οποία η επίθεση κατά των αστυνομικών είχε λήξει οριστικά. Επομένως, στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, ο περί αμύνης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος απορρίπτεται με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η δικαστική κρίση φέρεται στηριχθείσα στην εκδοχή πως εκ της επιθέσεως διακινδύνευσε η ζωή των συναδέλφων του αναιρεσείοντος και όχι του ίδιου, ερείδεται επί εσφαλμένης και αναληθούς προϋποθέσεως.

Βούλευμα 1455/95 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (Βλέπ. Υπεράσπιση 1996 σε. 989 επόμ.) Και οι αστυνομικοί δικαιούνται σε άμυνα, όταν δέχονται επίθεση από κακοποιούς.  Δεν είναι υποχρεωμένος ο κατηγορούμενος και οι λοιποί αστυνομικοί να υπακούσουν σε εντολή προϊσταμένου των (περί μη χρήσεως όπλων και οποιασδήποτε μορφής βίας και να προσπαθήσουν να συλλάβουν σώους τους εισελθόντες σε οικία) και να μην ασκήσουν το παρεχόμενο από το νόμο δικαίωμα νομίμου αμύνης, το οποίο δεν μπορούν να καταργούν οι εντολές οποιουδήποτε.

Βούλευμα 2752/1995 Συμβ. Πλημ/κών Αθηνών (Βλέπ. Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 700 επόμ.). Στην περίπτωση αυτή παραπέμπεται για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως καθ΄υπέρβαση των ορίων αμύνης και για παράνομη οπλοχρησία ο αστυνομικός, ο οποίος πυροβόλησε περισσότερες φορές με το υπηρεσιακό του περίστροφο τον παθόντα, όταν ο τελευταίος κινήθηκε εναντίον του με μαχαίρι προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη.  Συντρέχει υπέρβαση των ορίων αμύνης, διότι ο κατηγορούμενος διέθεσε επικινδυνότερο και αποτελεσματικότερο μέσο από τον παθόντα  και δεν περιορίστηκε να πυροβολήσει εναντίον του σε όχι καίριο σημείο του σώματος, ούτε πυροβόλησε στον αέρα για να τον εκφοβίσει, αλλά τον πυροβόλησε απανωτά στο θώρακα.

       Βούλευμα 7/1995 Πλημ/κείου Βέροιας (Ποιν. Χρον. ΜΕ σελ. 368). Παραπέμπεται για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και οπλοχρησία, ο αστυνομικός ο οποίος πυροβόλησε στην καρδιά από μικρή απόσταση με το υπηρεσιακό του περίστροφο Αλβανό λαθρομετανάστευση, ο οποίος επιχειρούσε να διαρρήξει καντίνα. Δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της ανθρωποκτονίας λόγω άμυνας και εν πάση περιπτώσει, συντρέχει υπέρβαση των ορίων άμυνας, διότι το θύμα δεν επιτέθηκε εναντίον του κατηγορουμένου, αλλά είχε τραπεί σε φυγή, για να αποφύγει τη σύλληψη, ο δε κατηγορούμενος θα μπορούσε να είχε πυροβολήσει είτε προς εκφοβισμό, είτε σε μη ευπαθή σημεία του σώματος.

Βούλευμα 13/1997 Συμβ. Πλημ/κών Καστοριάς (Αρμενόπ. 1997 σε. 1061). Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της βαριάς σωματικής βλάβης που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί σε λαθρομετανάστη, όταν κινδύνευσαν από την επίθεση των (έριχναν πέτρες και ξύλα εναντίον των αστυνομικών). Η αμυντική τους αυτή ενέργεια ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση της ζωής τους, τη στιγμή μάλιστα, που ο αριθμός των λαθρομεταναστών ήταν μεγάλος, σε αντίθεση με το μικρό αριθμό των μελών του αποσπάσματος των αστυνομικών.

Νομολογία Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη χρήση θανατηφόρας βίας.

Στην νομολογία του Δικαστηρίου έχει γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση προσφυγής των εθνικών Αρχών σε χρήση βίας από την οποία προκαλείται θάνατος, ακόμη και εξ αμελείας, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η βία αυτή ήταν απολύτως αναγκαία για την επίτευξη ενός από τους σκοπούς που μνημονεύονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 2 Ε.Σ.Δ.Α..  Και τούτο διότι στο άρθρο 2, παρ. 2 χρησιμοποιείται η έκφραση : "βίας (…) απολύτως αναγκαίας", γεγονός που διαφοροποιεί καταδήλως την ένταση της αναγκαιότητας που απαιτείται από το άρθρο αυτό, έναντι της έντασης που απαιτείται από τη Σύμβαση στα άρθρα  8 έως και 11 όπου γίνεται λόγος περί απλώς αναγκαίου μέτρου εντός δημοκρατικής κοινωνίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, McCann και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου).

Πέραν της ποινής του θανάτου που επιβάλλεται σε περιπτώσεις προβλεπόμενες από τον νόμο, η Σύμβαση δεν επιτρέπει την ενσυνείδητη επιβολή του θανάτου.  Η πρόκληση του θανάτου είτε ως επιθετική πράξη, είτε ως πράξη καταστολής, κατ΄αρχάς απαγορεύεται, υποβάλλεται δε στα περιοριστικά κριτήρια της παραγράφου 2 του άρθρου 2 τα οποία, κατά την εφαρμογή τους, διέπονται από την αρχή της αναλογικότητας.

Καταδιωκτικές πράξεις.

Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου McCann  και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (27 Σεπτεμβρίου 1995) τα πραγματικά περιστατικά είχαν ως ακολούθως : Οι βρετανικές Αρχές, είχαν εντοπίσει στο Γιβραλτάρ τρία πρόσωπα που θεωρούσαν ως επικίνδυνους τρομοκράτες του IRA. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της αστυνομίας ετοιμάζονταν για βομβιστική επίθεση σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Η σύλληψή τους επιχειρήθηκε κοντά στο αυτοκίνητο που οι Αρχές θεώρησαν ότι είχαν φορτώσει με τον εκρηκτικό μηχανισμό. Πήγαν να αντισταθούν κάνοντας κάποιες κινήσεις που οι καταδιωκτικές Αρχές, ως δέχθηκε το Δικαστήριο, τις εξέλαβαν ως ύστατη προσπάθεια να τεθεί σε ενέργεια ο εκρηκτικός μηχανισμός. Πυροβολήθηκαν επίμονα και φυσικά, σκοτώθηκαν.  Διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι ούτε όπλα έφεραν επάνω τους, ούτε εκρηκτικό μηχανισμό. Αποδεικνύεται όμως ότι ετοίμαζαν τρομοκρατική ενέργεια. Το Δικαστήριο δεν διέγνωσε ότι εντός των οδηγιών που είχαν δώσει οι προϊστάμενοι στα εκτελεστικά όργανα της αστυνομίας εμπεριείχετο η παραίνεση της άνευ προκλήσεως αφαιρέσεως της ζωής των ως άνω φονευθέντων.

Όμως, διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 2. Χωρίς περαιτέρω βάσανο των πραγματικών περιστατικών, οι αστυνομικές Αρχές, κρίνει το Δικαστήριο, εξέλαβαν ως ακριβή μόνο μία από τις πλείονες υποθέσεις εργασίας που εμφανίζονταν ως ευλογοφανείς στη φάση οργανώσεως της καταδιωκτικής ενέργειας. Δεν επεχείρησαν να τους συλλάβουν νωρίτερα, ή να τους σταματήσουν στα σύνορα.  Δεν εξετίμησαν, όσο έπρεπε τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους, με αποτέλεσμα, χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό, να αφαιρέσουν ανθρώπινες ζωές.

Η καταδίωξη προσώπου, το οποίο τελικά σκοτώθηκε κατά την καταδίωξη, τότε μόνο δικαιολογεί την προσφυγή στη χρήση της θανατικής βίας όταν εμφανίζεται απολύτως αναγκαία εν όψει της καταδιωκτικής δραστηριότητας (απόφαση της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 1986, προσφυγή 11257/84).

Κατά το Δικαστήριο, όπου λόγοι ασφαλείας καθιστούν, κατά την κρίση των εθνικών Αρχών, αναγκαία η λήψη μέτρων ελέγχου επί των οδών, οι Αρχές τελούν υπό την υποχρέωση να οργανώσουν τον έλεγχο αυτόν κατά τέτοιο τρόπο που να ελαχιστοποιήσουν, στο μέγιστο δυνατό σημείο, την προσφυγή σε βία που προκαλεί θάνατο (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, McCann και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου).  Προσφάτως η Επιτροπή έκρινε ότι παρεβιάσθη το άρθρο 2 στην περίπτωση του συζύγου της προσφεύγουσας, ο οποίος, ενώ επέβαινε του οχήματός του που τον μετέφερε για πραγματοποίηση ελέγχου επί οικοδομήματος, θανατώθηκε από αστυνομικό που του ζήτησε να σταματήσει.  Ο αστυνομικός θεώρησε ότι ο σύζυγος της προσφεύγουσας επιδίωξε να ξεφύγει, ενώ, κατά την Επιτροπή, τίποτε δεν δικαιολογούσε την εντύπωση αυτή του αστυνομικού (έκθεση της Επιτροπής της 18ης Σεπτεμβρίου 1997,  Gulten Aytekin κατά Τουρκίας).

   Υπόθεση Ανδρόνικου και Κωνσταντίνου κατά Κύπρου.

    Απόφαση της 9-10-1997.

Μία κοινή  ερωτική ιστορία μετατρέπεται, παραμονή Χριστουγέννων, σε δράμα. Ο άνδρας κρατεί όμηρο τη μνηστή του που θέλει να τον εγκαταλείψει και απειλεί με  όπλο να την σκοτώσει. Οι δυνάμεις ασφαλείας επεμβαίνουν για να τη σώσουν πριν είναι αργά.  Την γαζώνουν με σφαίρες, το ίδιο και τον μνηστήρα της.  Οι οικείοι τους προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή δικαιοσύνη προβάλλοντας ότι οι Κυπριακές Αρχές δεν σεβάσθηκαν, όσο θα έπρεπε, το δικαίωμα στη ζωή. Το Δικαστήριο απορρίπτει, αφού εκτιμά ότι δεν απεδείχθη ότι η επιχείρηση διάσωσης δεν προγραμματίσθηκε και οργανώθηκε κατά τρόπο που να περιορίζει κατά το δυνατόν κάθε κίνδυνο για τη ζωή των ενδιαφερομένων.  Επίσης εκτιμά, ότι η χρήση θανατηφόρας βίας σ΄αυτές τις συνθήκες, όσο λυπηρή και αν είναι, δεν ξεπέρασε αυτό που ήταν "απολύτως αναγκαίο" για την υπεράσπιση της ζωής της ΄Ελσης Κωνσταντίνου και αυτής των οργάνων της Μηχανοκίνητης Μονάδας ΄Αμεσης Δράσης (Μ.Μ.Α.Δ.) και δεν αποτελούσε παραβίαση από το καθού Κράτος των υποχρεώσεών του σε σχέση με το άρθρο 2, παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α…. ….

… Οι Αρχές επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή για να εξασφαλίσουν ότι κάθε διακινδύνευση της ζωής της ΄Ελσης Κωνσταντίνου και του Λευτέρη Ανδρόνικου είχαν περιορισθεί στο ελάχιστο και ότι οι Αρχές δεν επέδειξαν αμέλεια στην επιλογή των μέτρων που έλαβαν.  Το Δικαστήριο δεν κρίνει ως εκ τούτου, σκόπιμο να εξετάσει, υπό το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων προσεγγίσεως, τα προτερήματα μιας εναλλακτικής τακτικής, παραδείγματος χάριν, της χρήσης ναρκωτικών στην τροφή του Λ. Α, νωρίς το απόγευμα της 24ης Δεκεμβρίου ή της προσφυγής σε ψυχολόγους κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ούτε την υποκατάσταση της δικής της εκτιμήσεως σ΄ αυτήν των Αρχών που ευρέθησαν αντιμέτωπες με ένα δίλημμα χωρίς προηγούμενο για το καθού Κράτος και την ανάγκη λήψεως δραστικών μέτρων για να εξέλθει από το αδιέξοδο που είχε περιέλθει. 

Πρέπει να τονισθεί ότι οι εναλλακτικές τακτικές εξετάσθηκαν πράγματι και αναλύθηκαν από την Κυπριακή Επιτροπή διερεύνησης και ότι οι γνωματεύσεις των ειδικών διέφεραν ως προς τη σκοπιμότητα προσφυγής σ΄αυτές εν όψει των συνθηκών της επίδικης υποθέσεως ..…. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι οι Αρχές προσπάθησαν να βάλουν τέλος στο συμβάν χρησιμοποιώντας την πειθώ και το διάλογο μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο διαπραγματευτής της αστυνομίας συνέχισε τις προσπάθειές του κατά την τελευταία φάση του συμβάντος προκειμένου να βεβαιώσει τον Λευτέρη Ανδρόνικο ότι κανένα κακό δεν θα του συνέβαινε εάν απελευθέρωνε τη νέα γυναίκα. Αυτή η προσπάθεια, που υποστηρίχθηκε από τις Αρχές για την επίλυση του προβλήματος δια διαπραγματεύσεων, δείχνει ότι αυτές είχαν επιμεληθεί, ώστε να προσφύγουν στα όργανα της Μ.Μ.Α.Δ. μόνον ως έσχατο μέσο. Εάν υπήρξαν ελλείψεις, όπως, παραδείγματος χάριν, ότι δεν απεμακρύνθησαν οι περίεργοι ή ότι δεν προβλέφθηκε μια ειδική τελεφωνική σύνδεση μεταξύ του διαπραγματευτή της αστυνομίας και του Λ.Α, το Δικαστήριο εκτιμά εκ τούτου ότι, γενικώς, οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν κατά τρόπο που μπορεί να γίνει δεκτό ότι, εν όψει των συνθηκών, υπήρξε εύλογος…….

Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι μια ώρα πριν τα μεσάνυκτα, μπορούσε κανείς να ακούσει την Ε.Κ. που φώναζε ότι ο Λ.Α. θα την σκότωνε και ότι ο ίδιος είχε ήδη καταδείξει τις βίαιες προθέσεις του με τα κτυπήματα που είχε επιφέρει κατά της μνηστής του. Σ΄ αυτές τις συνθήκες και γνωρίζοντας ότι ο Λ.Α.  ήταν οπλισμένος, οι Αρχές μπορούσαν λογικά να εκτιμήσουν ότι, κοντά στα μεσάνυχτα, οι διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει και ότι έπρεπε να προσπαθήσουν να μπούν στο διαμέρισμα να αφοπλίσουν και να συλλάβουν τον Λ.Α., ώστε να ελευθερωθεί η Ε.Κ.

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η χρήση βίας από τα όργανα της Μ.Μ.Α.Δ. σ΄αυτές τις συνθήκες ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της βίαιης αντίδρασης του Λ.Α.  κατά τη διάρκεια της επίθεσης στο διαμέρισμά του.  Ο τελευταίος επιδίωξε να σκοτώσει το πρώτο όργανο που εισήλθε στο διαμέρισμα και έριξε τη δεύτερη σφαίρα του στην Ε.Κ.  Η αντίδρασή του προκάλεσε μια κατάσταση εντός της οποίας οι αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν σε κλάσματα δευτερολέπτου για να  απωθηθεί ο κίνδυνος, πραγματικός και άμεσος, που παρουσίαζε για την Ε.Κ. και τα όργανα επέμβασης.   

Το Δικαστήριο, ερεύνησε προς δύο κατευθύνσεις το ζήτημα που του ετέθη : Πρώτον, εάν είχαν, ληφθεί τα προληπτικά εκείνα μέτρα τα οποία απαιτούνταν για την προστασία της ζωής των προσώπων που ευρέθησαν εμπλεκόμενα στην υπόθεση.  Και τα πρόσωπα αυτά εκτός της Ε.Κ. και του Λ.Α. ήσαν και τα όργανα ασφαλείας.  Και, δεύτερον, εάν η Κυπριακή Δημοκρατία οργάνωσε, μετά την κατάληξη της επιχείρησης, τις αναγκαίες και πρόσφορες διαδικασίες για να καταλογισθούν τυχόν ευθύνες.

Η έρευνα που διεξήχθη μετά το τραγικό γεγονός ήταν εξαιρετικά ενδελεχής, γι΄αυτό και δεν έθεσε κανένα σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τις απαιτήσεις του άρθρου 2. Το καίριο ερώτημα ήταν αυτό για την προσφορότητα των προληπτικών μέτρων, ενόψει μάλιστα του γνωστού τέλους της ιστορίας. Το Δικαστήριο αρνείται ακριβώς να δεί την υπόθεση με το βλέμμα αυτού που γνωρίζει την κατάληξή της.  Θα ήταν υπερβολικά εύκολο γι΄αυτό, άδικο όμως για την Κυπριακή Δημοκρατία.

 Το Δικαστήριο προτιμά να ερευνήσει λεπτομερώς βήμα προς βήμα τις φάσεις της επιχείρησης.  Διαπιστώνει ότι υφίστατο αντικειμενικός  λόγος να πιστεύει κανείς ότι η ζωή της γυναίκας ήταν σε κίνδυνο.  Ότι επέκειτο απειλή θανάτου κατ΄αυτής εντός των προσεχών ωρών και ότι, συνεπώς, έπρεπε η αστυνομία να επιχειρήσει να τη σώσει. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η κρατική μηχανή κινητοποιήθηκε, σχέδια καταστρώθηκαν, οι καλλίτερα εκπαιδευμένες δυνάμεις ασφαλείας ανέλαβον το βάρος να διεκπεραιώσουν την επιχείρηση.  Διαπιστώνει, τέλος ότι τα όργανα που έριξαν τους μοιραίους πυροβολισμούς δικαιολογημένα πίστεψαν ότι τελούσαν τα ίδια σε κίνδυνο ζωής και ότι έβαλαν, μέσα στο σκοτάδι, κατά αυτού που πίστευαν ότι τους πυροβολούσε.

Είναι εντυπωσιακή η έκταση του ευρωπαϊκού ελέγχου σε παρόμοιες αστυνομικές επιχειρήσεις, όπως καταφαίνεται στην εν λόγω απόφαση.  Η βία της αστυνομίας, όταν μ΄αυτήν απειλείται ζωή ανθρώπου, πρέπει να είναι αυστηρώς ανάλογη προς το απαιτούμενο μέτρο εν όψει του επιδιωκόμενου θεμιτού αποτελέσματος (αρχή της αναλογικότητας).

 Υπόθεση Μακαρατζή κατά Ελλάδος (50385/99)-

Απόφαση ΕΔΔΑ της 20/12/2004.

 Καταδίκη της Ελλάδος για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ για  μη επαρκή προστασία του δικαιώματος στη ζωή (επικίνδυνοι, άσκοποι πυροβολισμοί κατά τη σύλληψη) και λόγω έλλειψης ορθής εξέτασης του θέματος (οι υπεύθυνοι αστυνομικοί απαλλάχθηκαν ποινικών και διοικητικών ευθυνών).

Το βράδυ της 13-8-1995 η αστυνομία προσπάθησε να σταματήσει τον προσφεύγοντα, ο οποίος παραβίασε ερυθρό σηματοδότη στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στην Πρεσβεία των ΗΠΑ. Αντί να σταματήσει ανέπτυξε ταχύτητα. Τον καταδίωξαν αστυνομικοί με περιπολικά και μοτοσυκλέτες. Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης το αυτ/το του προσφεύγοντος συγκρούστηκε με αρκετά άλλα οχήματα με αποτέλεσμα να τραυματιστούν δύο οδηγοί. Αφού ο προσφεύγων διέφυγε από πέντε μπλόκα, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν το αυτ/το  του. Τελικά σταμάτησε σε ένα πρατήριο  υγρών καυσίμων, αλλά δεν βγήκε από το αυτ/το. Οι αστυνομικοί εξακολούθησαν να πυροβολούν. ΄Ενας από τους αστυνομικούς πέταξε μια γλάστρα στον ανεμοθώρακα του αυτ/του. Στο τέλος συνελήφθη. Ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε ότι τον πυροβόλησαν στο πέλμα του  ποδιού του,  καθώς τον τράβαγαν έξω από το αυτ/το του. Διακομίσθηκε στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε επί εννιά μέρες. Είχε τραυματιστεί στο δεξί χέρι, το δεξί πόδι, στο αριστερό γλουτό και το δεξί ημιθωράκιο. Από το πόδι του αφαιρέθηκε μια βολίδα, ενώ άλλη μια εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο γλουτό του……

Τα Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν τα πραγματικά περιστατικά μαρτυρούν ότι το καθ΄ου κράτος απέτυχε να προστατεύσει το δικαίωμα του προσφεύγοντος στη ζωή και να εκπληρώσει τη διαδικαστική υποχρέωση που του επιβάλλει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ να διεξαγάγει επαρκή και αποτελεσματική έρευνα σχετικά με το περιστατικό…..

Η θανατηφόρος χρήση βίας από όργανα της αστυνομίας μπορεί να είναι δικαιολογημένη σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως το άρθρο 2 δεν τα εξουσιοδοτεί να ενεργούν εν λευκώ. Οι ανεξέλεγκτες και αυθαίρετες ενέργειες των κρατικών οργάνων είναι ασυμβίβαστες με τον αποτελεσματικό σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις της αστυνομίας δεν πρέπει  απλά και μόνο να προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, αλλά και να ρυθμίζονται αποτελεσματικά απ΄ αυτή, στο πλαίσιο ενός συστήματος επαρκών και αποτελεσματικών διασφαλίσεων από την αυθαιρεσία και την κατάχρηση βίας….

Ενόψει της πρόσφατης ψήφισης του ν.3169/2003, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, από τότε που έλαβε χώρα το περιστατικό, το κράτος αναθεώρησε το νομικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση όπλων από την αστυνομία και εισήγαγε νέες διατάξεις για την εκπαίδευση των αστυνομικών, με  διακηρυγμένο σκοπό τη συμμόρφωση προς τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αστυνόμευση. ΄Όμως το χρόνο κατά τον οποίο σημειώθηκε το  περιστατικό ίσχυε ο  ν.  29/1943, ο οποίος είχε ψηφιστεί την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Το 1991 θεσπίστηκε προεδρικό διάταγμα που επέτρεπε τη χρήση όπλων στις περιπτώσεις που όριζε ο ν. 29/1943  «μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο και όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα λιγότερο ακραία μέσα». Το ανωτέρω-κάπως περιορισμένου εύρους- νομικό πλαίσιο δεν φαίνεται ικανό να παράσχει το απαιτούμενο στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες επίπεδο προστασίας του δικαιώματος στη ζωή «από το νόμο»….

Το σύστημα που ίσχυε δεν παρείχε στους αστυνομικούς σαφείς κατευθύνσεις και κριτήρια για τη χρήση βίας σε καιρό ειρήνης….

Εν όψει των ανωτέρω το Δικαστήριο θεωρεί ότι, όσον αφορά τη θετική υποχρέωσή τους, βάσει του εδαφίου α΄της παρ.1 του άρθρου 2 να θεσπίσουν επαρκές νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο, οι ελληνικές αρχές δεν είχαν πράξει ότι θα αναμενόταν εύλογα απ΄αυτές για να παράσχουν στους πολίτες, και ιδίως αυτούς κατά των οποίων γίνεται χρήση  βίας που μπορεί να αποβεί θανατηφόρος, το απαιτούμενο επίπεδο εγγυήσεων και για να αποτρέψουν τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή που γνώριζαν ότι είναι πιθανόν να προκύψει, έστω και μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις, σε αστυνομικές επιχειρήσεις που περιλαμβάνουν καταδίωξη υπόπτων. Συνεπώς, ο προσφεύγων υπήρξε θύμα παραβίασης του άρθρου 2 της Σύμβασης επί τη βάσει αυτή…            

Yπόθεση Λεωνίδη Νο 43326/2005. Καταδίκη Ελλάδος για ανθρωποκτονία στις 25-3-2000 ενός 18χρονου από αστυνομικό.

Η Ελλάδα, κατά το ΕΔΔΑ, παραβίασε το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της ΕΣΔΑ. Σημειώνεται πως τα ελληνικά δικαστήρια είχαν ήδη αποζημιώσει το 2007 τον πατέρα του θύματος με 80.000  ευρώ, ενώ το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κατερίνης, είχε αθωώσει τον αστυνομικό με ψήφους 4-3 στις 21-6-2005.

Η απόφαση είναι σημαντική γιατί το δικαστήριο επανέλαβε πως, σε περιπτώσεις αστυνομικής βίας,  δεν αρκεί η αποζημίωση του θύματος. Το δικαστήριο τόνισε πως αν δεν υπάρξει δίωξη και τιμωρία των υπευθύνων, θα είναι δυνατόν αστυνομικοί να παραβιάζουν ατιμώρητα τα δικαιώματα των πολιτών που έχουν υπό τον έλεγχό τους με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά αναποτελεσματική η  θεμελιώδης απαγόρευση βασανιστηρίων, κακομεταχείρισης και αυθαίρετων ανθρωποκτονιών. Εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, το δικαστήριο υπογράμμισε πως η διακινδύνευση της ζωής κατά τη διάρκεια σύλληψης με τη χρήση θανατηφόρας βίας όταν δεν υπάρχει απειλή κατά του αστυνομικού είναι απαράδεκτη ακόμα και αν χωρίς τη χρήση βίας υπάρχει περίπτωση ο πολίτης να διαφύγει τη σύλληψη. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η  προκείμενη όπου το θύμα ούτε είχε παρανομήσει ούτε είχε βίαιη ή απειλητική συμπεριφορά: απλώς μαζί με φίλους του έτρεξαν για να αποφύγουν έλεγχο ταυτότητας από άτομα με πολιτικά που βγήκαν από συμβατικό αυτοκίνητο και άρα δεν ήταν σίγουρο πως ήταν αστυνομικοί, όπως επισημαίνει το δικαστήριο. Ο αστυνομικός όταν τελικά συνέλαβε το θύμα, όφειλε να είχε βάλει το όπλο στη θήκη του και όχι να το κρατά με το χέρι στη σκανδάλη την ώρα που περνούσε τις χειροπέδες, προσέθεσε το δικαστήριο, τονίζοντας τέλος πως ειδικά την εποχή εκείνη το απαράδεκτο νομικό πλαίσιο για την χρήση των όπλων σήμαινε απουσία κατάλληλης εκπαίδευσης των αστυνομικών που έτσι ενεργούσαν με ανευθυνότητα.

Το δικαστήριο υπενθυμίζει ορισμένα πράγματα, τα οποία θα έπρεπε να είναι αυτονόητα:

(α) Ο αστυνομικός αν δεν φοράει στολή, δεν μπορεί να θεωρείται από τον πολίτη αστυνομικός.

(β) Ο αστυνομικός δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το όπλο του, απλώς για να συλλάβει κάποιον.

(γ) Η χρηματική αποζημίωση (αστικό δίκαιο) δεν αρκεί, αλλά πρέπει να υπάρχει και ποινική τιμωρία των υπαίτιων αστυνομικών.

                                                                                     

Νοέμβριος  2014

 Εμφάνιση Scan_Pic0005 (2).jpg        (Ο  Νικόλαος Αθ. Μπλάνης είναι Αντιστράτηγος Αστυνομίας ε.α.       Επίτιμος Προϊστάμενος του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α./Υ.Δ.Τ. και Πτυχιούχος Νομικής Σχολής Αθηνών).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε για την καλύτερη ανάγνωση, τα σχόλια να γίνονται στην Ελληνική γλώσσα. Υβριστικά και με προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται.